Η «αξιόλογη» καθυστέρηση δεδουλευμένων αποδοχών ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας

Το άρθρο 7  ν. 2112/1920 όριζε: «Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία τούτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου.  Ώς μία τοιαύτη θεωρείται έν πάση περιπτώσει η μετάθεσις του υπαλλήλου είς γραφείον λειτουργούν έν τη αλλοδαπή έφ’ όσον δεν αποδέχεται την μετάθεσιν ο μετατιθέμενος υπάλληλος.».

Σε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής εκ μέρους του εργοδότη, ο εργαζόμενος δικαιούται να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε η μη αποδοχή της από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή. Η διάταξη του άρθρου 7 ν. 2112/1920 παρέχει ευχέρεια στον εργαζόμενο με σύμβαση αορίστου χρόνου να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Η εν λόγω εξομοίωση δεν προκύπτει αυτόματα, αλλά κατά την προαίρεση του εργαζομένου, ο οποίος διατηρεί τη δυνατότητα να μη θεωρήσει τη βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία.

Ο Άρειος Πάγος, σε σειρά αποφάσεών του (ΑΠ 381/2012, 795/2007), με πλέον πρόσφατη την 677/2017, έκρινε παγίως ότι μόνη η μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, αλλά μόνον αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων του εργοδότη. Η θέση αυτή κατ’ αρχήν είναι ορθή, αφού η αθέτηση ανειλημμένων υποχρεώσεων δεν μπορεί να εκληφθεί ως μονομερής κατάργηση των υποχρεώσεων αυτών. Ο Άρειος Πάγος θεωρούσε ότι η μη καταβολή αποδοχών μπορεί να θεωρηθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή μόνον όταν γίνεται δολίως, για να εξαναγκασθεί ο εργαζόμενος σε αποχώρηση από την εργασία του χωρίς την καταβολή αποζημίωσης.

Το πρακτικό αποτέλεσμα της πάγιας νομολογίας ήταν ότι ο εργαζόμενος, εφόσον επιθυμούσε να αποχωρήσει λόγω της καθυστέρησης καταβολής των αποδοχών του, έπρεπε ο ίδιος να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του. Η υπερημερία του εργοδότη ως προς την (κύρια) υποχρέωσή του προς καταβολή του μισθού  ασφαλώς συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους του εργαζομένου, όμως αυτός δεν θα δικαιούτο, εφόσον κατήγγελλε ο ίδιος, την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Θα μπορούσε μόνον να αξιώσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 673 ΑΚ αποζημίωση, η οποία όμως προϋποθέτει απόδειξη πραγματικής ζημίας.

Με το άρθρο 56 ν. 4487/2017 προστέθηκε στο άρθρο 7 ν. 2112/1920 τρίτο εδάφιο που έχει ως εξής: «Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης.» 

Με τη νέα διάταξη, παρέχεται ευχέρεια στον εργαζόμενο να θεωρήσει (εξομοιούμενη με καταγγελία) εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή και την καθυστέρηση αποδοχής του μισθού, εφόσον αυτή είναι «αξιόλογη». Η «αξιόλογη» καθυστέρηση έχει αξιοποιηθεί στο παρελθόν από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, προκειμένου να οριοθετήσει την καταχρηστικότητα της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους εργαζομένων (πρβλ. ΑΠ 1153/2009: «…καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη…»). Η εν λόγω αόριστη νομική έννοια προορίζεται, όπως είναι εύλογο, να εξειδικευθεί από το δικαστή, ο οποίος θα συνεκτιμήσει τους παράγοντες της συγκεκριμένης σχέσης (διάρκεια καθυστέρησης, αιτία καθυστέρησης, τυχόν ενδιάμεσες μερικές καταβολές και το ύψος τους κ.ο.κ).

Αξιοσημείωτο εν προκειμένω είναι επίσης ότι για την εξομοίωση με βλαπτική μεταβολή δεν επιδρά η αιτία της καθυστέρησης, άρα ούτε και η συνδρομή υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εργοδότη. Ενδέχεται, επομένως, ο εργοδότης, ελλείψει υπαιτιότητας, να μην έχει περιέλθει σε υπερημερία καταβολής του μισθού, αλλά να ενεργοποιείται η διάταξη του άρθρου 7 εδ. 3 ν. 2112/1920 και να υπόκειται στις εκεί οριζόμενες δυσμενείς συνέπειες. Το φαινόμενο είναι οπωσδήποτε σπάνιο, αφού στην ελληνική έννομη τάξη η καθυστέρηση στην εκπλήρωση υποχρέωσης συνδέεται με δυσμενείς συνέπειες όταν συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του οφειλέτη, όχι όμως μοναδικό. Χαρακτηριστικά σημειώνεται το αναφερόμενο στις συμβάσεις ακριβόχρονης εκπλήρωσης άρθρο 401 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο «‘Αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι η παροχή πρέπει να εκπληρωθεί αποκλειστικά σε ορισμένο χρόνο ή αποκλειστικά μέσα σε ορισμένη προθεσμία, σε περίπτωση αμφιβολίας ο δανειστής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει για μόνη την καθυστέρηση, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του οφειλέτη. Αν ο δανειστής προτιμά την απαίτηση της παροχής, οφείλει να το ανακοινώσει αμέσως στον οφειλέτη, αλλιώς δεν έχει την απαίτηση αυτή.».